unruly
un
ʌn
an
ru
ˈru:
roo
ly
li
li
undulyuntruly

Ορισμός και σημασία του "unruly"στα αγγλικά

01

ανυπότακτος, απείθαρχος

refusing to accept authority or comply with control 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unruly
συγκριτικός βαθμός
more unruly
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The captain dealt firmly with the ship's unruly crew. 

Ο καπετάνιος αντιμετώπισε αποφασιστικά την απείθαρχη πλήρωμα του πλοίου.

1.1

απείθαρχος, θορυβώδης

noisy, disruptive, and lacking discipline or self-control 
Παραδείγματα
The unruly crowd disrupted the concert with constant shouting. 

Ο ατίθασος όχλος διέκοψε τη συναυλία με συνεχή φωνές.

1.2

άτακτος, ανεξέλεγκτος

so wild, forceful, or unmanageable that control is impossible 
Παραδείγματα
Her unruly hair refused to stay in place despite the hairspray. 

Τα ατίθασα μαλλιά της αρνούνταν να μείνουν στη θέση τους παρά το σπρέι μαλλιών.

Λεξικό Δέντρο

unruliness
unruly
ruly
rule
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store