Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unruly
01
ανυπότακτος, απείθαρχος
refusing to accept authority or comply with control
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unruly
συγκριτικός βαθμός
more unruly
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The captain dealt firmly with the ship's unruly crew.
Ο καπετάνιος αντιμετώπισε αποφασιστικά την απείθαρχη πλήρωμα του πλοίου.
1.1
απείθαρχος, θορυβώδης
noisy, disruptive, and lacking discipline or self-control
Παραδείγματα
The unruly crowd disrupted the concert with constant shouting.
Ο ατίθασος όχλος διέκοψε τη συναυλία με συνεχή φωνές.
1.2
άτακτος, ανεξέλεγκτος
so wild, forceful, or unmanageable that control is impossible
Παραδείγματα
Her unruly hair refused to stay in place despite the hairspray.
Τα ατίθασα μαλλιά της αρνούνταν να μείνουν στη θέση τους παρά το σπρέι μαλλιών.
Λεξικό Δέντρο
unruliness
unruly
ruly
rule



























