Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unruly
01
ανυπότακτος, απείθαρχος
refusing to accept authority or comply with control
Παραδείγματα
The new manager inherited an unruly team resistant to change.
Ο νέος διευθυντής κληρονόμησε μια ανυπότακτη ομάδα ανθεκτική στην αλλαγή.
1.1
απείθαρχος, θορυβώδης
noisy, disruptive, and lacking discipline or self-control
Παραδείγματα
Security intervened to manage the unruly fans.
Η ασφάλεια παρενέβη για να διαχειριστεί τους απείθαρχους οπαδούς.
1.2
άτακτος, ανεξέλεγκτος
so wild, forceful, or unmanageable that control is impossible
Παραδείγματα
Emotions can become unruly in moments of crisis.
Τα συναισθήματα μπορούν να γίνουν ανεξέλεγκτα σε στιγμές κρίσης.
Λεξικό Δέντρο
unruliness
unruly
ruly
rule



























