unruffled
un
ˌʌn
an
ru
ˈrʌ
ra
ffled
fəld
fēld
unbaffledunrifled

Ορισμός και σημασία του "unruffled"στα αγγλικά

01

ατάραχος, ήρεμος

related to water that is calm, smooth, and undisturbed, often with a surface that reflects light evenly 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unruffled
συγκριτικός βαθμός
more unruffled
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The lake's unruffled surface mirrored the clear blue sky above. 

Η ατάραχη επιφάνεια της λίμνης αντανακλούσε τον καθαρό γαλανό ουρανό πάνω.

02

ατάραχος, ήρεμος

free from emotional agitation or nervous tension 

Λεξικό Δέντρο

unruffled
ruffled
ruffle
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store