Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unruffled
01
ατάραχος, ήρεμος
related to water that is calm, smooth, and undisturbed, often with a surface that reflects light evenly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unruffled
συγκριτικός βαθμός
more unruffled
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The pond was so still and unruffled that it seemed like a mirror reflecting the landscape.
Η λίμνη ήταν τόσο ήρεμη και ανέπαφη που έμοιαζε με καθρέφτη που αντανακλούσε το τοπίο.
02
ατάραχος, ήρεμος
free from emotional agitation or nervous tension
Λεξικό Δέντρο
unruffled
ruffled
ruffle



























