unpromised
Pronunciation
/ʌnpɹˈɑːmɪsd/

Ορισμός και σημασία του "unpromised"στα αγγλικά

unpromised
01

μη υποσχεθείς, μη αρραβωνιασμένος

not committed to marriage
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unpromised
συγκριτικός βαθμός
more unpromised
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He valued his unpromised status and the freedom it brought.
Εκτιμούσε την αυθαίρετη κατάστασή του και την ελευθερία που του προσέφερε.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store