unprovable
un
ʌn
an
pro
pru:
proo
va
və
vē
ble
bəl
bēl
unmovableunlovable

Ορισμός και σημασία του "unprovable"στα αγγλικά

unprovable
01

αναπόδεικτος, αδύνατος να επαληθευτεί

(of a thing) very hard or impossible to demonstrate its truth or validity 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unprovable
συγκριτικός βαθμός
more unprovable
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
logic, argumentation, knowledge
Παραδείγματα
The claim that the company will succeed is unprovable at this point. 

Ο ισχυρισμός ότι η εταιρεία θα πετύχει είναι αναπόδεικτος σε αυτό το σημείο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

unprovable
provable
prove
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store