Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unpropitious
01
δυσμενής, ακατάλληλος
(of circumstances) unlikely to result in success
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unpropitious
συγκριτικός βαθμός
more unpropitious
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The rainy weather was unpropitious for their outdoor wedding plans.
Ο βροχερός καιρός ήταν δυσμενής για τα σχέδια γάμου τους σε εξωτερικό χώρο.
Λεξικό Δέντρο
unpropitious
propitious



























