unquestionable
un
ˌʌn
an
ques
ˈkwɛs
kves
tio
ʧə
chē
na
ble
bəl
bēl
questionable

Ορισμός και σημασία του "unquestionable"στα αγγλικά

unquestionable
01

αναμφισβήτητος, αδιαμφισβήτητος

allowing no questions or doubts 
unquestionable definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unquestionable
συγκριτικός βαθμός
more unquestionable
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
certainty, truth, evaluation
Παραδείγματα
The team's victory was unquestionable, as they dominated the game from start to finish. 

Η νίκη της ομάδας ήταν αναμφισβήτητη, καθώς κυριάρχησαν στο παιχνίδι από την αρχή μέχρι το τέλος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

unquestionability
unquestionableness
unquestionable
questionable
question
quest
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store