unreal
un
ʌn
an
real
ˈrɪəl
riel
unreelunseal

Ορισμός και σημασία του "unreal"στα αγγλικά

01

ανύπαρκτος, φανταστικός

not conforming to reality or genuine standards 
unreal definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unreal
συγκριτικός βαθμός
more unreal
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The promises made by the politician seemed unreal, as they contradicted well-established facts. 

Οι υποσχέσεις που έδωσε ο πολιτικός φαίνονταν μη ρεαλιστικές, καθώς αντιτίθονταν σε καλά τεκμηριωμένα γεγονότα.

02

απραγματοποίητος, φανταστικός

imaginary or not existing in reality 
Παραδείγματα
The unreal creatures in the fantasy novel captivated readers. 

Τα μη πραγματικά πλάσματα στο μυθιστόρημα φαντασίας γοήτευσαν τους αναγνώστες.

03

απίστευτο, φανταστικό

so extraordinary that it seems almost unbelievable 
Παραδείγματα
The concert was unreal—I've never seen such an energetic performance. 

Η συναυλία ήταν απίστευτη—δεν έχω δει ποτέ τόσο ενεργητική παράσταση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store