Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fictitious
01
πλασματικός, φανταστικός
created by imagination and not based on reality
Παραδείγματα
The detective realized that the suspect 's alibi was fictitious after finding contradictory evidence.
Ο ντετέκτιβ συνειδητοποίησε ότι το άλλοθι του υπόπτου ήταν πλασματικό αφού βρήκε αντιφατικά στοιχεία.
Λεξικό Δέντρο
fictitiously
fictitious



























