impracticable
im
ɪm
im
prac
ˈpræk
prāk
ti
ti
ca
ble
bəl
bēl

Ορισμός και σημασία του "impracticable"στα αγγλικά

impracticable
01

απραγματοποίητος, μη πρακτικός

not possible or very difficult to be done 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most impracticable
συγκριτικός βαθμός
more impracticable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The manager realized that their expectations were impracticable given the current budget. 

Ο διαχειριστής συνειδητοποίησε ότι οι προσδοκίες τους ήταν ανέφικτες δεδομένου του τρέχοντος προϋπολογισμού.

Λεξικό Δέντρο

impracticable
practicable
practice
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store