impracticable
Pronunciation
/ˌɪmˈpɹæktɪkəbəɫ/

Ορισμός και σημασία του "impracticable"στα αγγλικά

impracticable
01

απραγματοποίητος, μη πρακτικός

not possible or very difficult to be done
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most impracticable
συγκριτικός βαθμός
more impracticable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His suggestion to solve the issue overnight was impracticable under the given circumstances.
Η πρότασή του να λυθεί το πρόβλημα μέσα σε μια νύχτα ήταν ανέφικτη υπό τις δεδομένες συνθήκες.

Λεξικό Δέντρο

impracticable
practicable
practice
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store