Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
impracticable
01
απραγματοποίητος, μη πρακτικός
not possible or very difficult to be done
Παραδείγματα
His suggestion to solve the issue overnight was impracticable under the given circumstances.
Η πρότασή του να λυθεί το πρόβλημα μέσα σε μια νύχτα ήταν ανέφικτη υπό τις δεδομένες συνθήκες.
Λεξικό Δέντρο
impracticable
practicable
practice



























