Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unquestionable
01
αναμφισβήτητος, αδιαμφισβήτητος
allowing no questions or doubts
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unquestionable
συγκριτικός βαθμός
more unquestionable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The company 's commitment to quality is unquestionable, evident in its flawless products.
Η δέσμευση της εταιρείας για την ποιότητα είναι αναμφισβήτητη, όπως φαίνεται από τα άψογα προϊόντα της.
Λεξικό Δέντρο
unquestionability
unquestionableness
unquestionable
questionable
question
quest



























