Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
definitive
01
οριστικός, καθοριστικός
settling an issue authoritatively and leaving no room for further doubt or debate
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most definitive
συγκριτικός βαθμός
more definitive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The Supreme Court ruling established definitive legal criteria for determining separation of church and state issues going forward.
Η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου καθόρισε οριστικά νομικά κριτήρια για τον προσδιορισμό του διαχωρισμού εκκλησίας και κράτους στο μέλλον.
02
οριστικός, καθοριστικός
supplying or being a final or conclusive settlement
03
οριστικός, αδιαμφισβήτητος
of recognized authority or excellence
Λεξικό Δέντρο
definitively
definitive
define



























