defoliate
de
di:
ντη
fo
foʊ
φου
liate
lieɪt
λιειτ
/dɪfˈəʊlɪˌeɪt/

Ορισμός και σημασία του "defoliate"στα αγγλικά

to defoliate
01

αποφυλλώνω, ξεφυλλίζω

strip the leaves or branches from
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
defoliate
γ΄ ενικό πρόσωπο
defoliates
ενεστώτα μετοχή
defoliating
απλός αόριστος
defoliated
παθητική μετοχή
defoliated
01

ξεφυλλισμένος, στερημένος από φύλλα

deprived of leaves
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most defoliate
συγκριτικός βαθμός
more defoliate
διαβαθμίσιμο

Λεξικό Δέντρο

defoliator
defoliate
foliate
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store