Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to defoliate
01
αποφυλλώνω, ξεφυλλίζω
strip the leaves or branches from
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
defoliate
γ΄ ενικό πρόσωπο
defoliates
ενεστώτα μετοχή
defoliating
απλός αόριστος
defoliated
παθητική μετοχή
defoliated
defoliate
01
ξεφυλλισμένος, στερημένος από φύλλα
deprived of leaves
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most defoliate
συγκριτικός βαθμός
more defoliate
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
defoliator
defoliate
foliate



























