Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
definitive
01
οριστικός, καθοριστικός
settling an issue authoritatively and leaving no room for further doubt or debate
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most definitive
συγκριτικός βαθμός
more definitive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
They reached a definitive agreement after long negotiations.
Έφτασαν σε μια οριστική συμφωνία μετά από μακρές διαπραγματεύσεις.
02
οριστικός, καθοριστικός
supplying or being a final or conclusive settlement
03
οριστικός, αδιαμφισβήτητος
of recognized authority or excellence
Λεξικό Δέντρο
definitively
definitive
define



























