unpointed
Pronunciation
/ʌnpˈɔɪntᵻd/

Ορισμός και σημασία του "unpointed"στα αγγλικά

01

ακόνιστος, αμβλύς

lacking a sharp or defined point
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unpointed
συγκριτικός βαθμός
more unpointed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The unpointed knife was unable to slice through the tough material.
Το μαχαίρι χωρίς αιχμή δεν μπορούσε να κόψει το σκληρό υλικό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store