Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unplugged
01
ακουστικός, απλοποιημένος
presented in a more low-key, stripped-down, or intimate setting than usual, often referring to performances
Παραδείγματα
Unplugged shows often reveal the artist's raw talent.
Οι unplugged παραστάσεις συχνά αποκαλύπτουν την ακατέργαστη ταλέντο του καλλιτέχνη.
Λεξικό Δέντρο
unplugged
plugged
plug



























