unpleasing
un
ʌn
αν
plea
pli
πλι
sing
zɪng
ζινγκ
/ʌnplˈiːzɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "unpleasing"στα αγγλικά

unpleasing
01

δυσάρεστος, μη ευχάριστος

giving no pleasure or enjoyment
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unpleasing
συγκριτικός βαθμός
more unpleasing
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The unpleasing layout of the website made it hard to navigate.
Η δυσάρεστη διάταξη του ιστότοπου έκανε δύσκολη την πλοήγηση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store