Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unpleasing
01
δυσάρεστος, μη ευχάριστος
giving no pleasure or enjoyment
Παραδείγματα
The unpleasing layout of the website made it hard to navigate.
Η δυσάρεστη διάταξη του ιστότοπου έκανε δύσκολη την πλοήγηση.
Λεξικό Δέντρο
unpleasing
pleasing
please



























