unprecedented
Pronunciation
/ʌnˈprɛsɪˌdɛntɪd/

Ορισμός και σημασία του "unprecedented"στα αγγλικά

unprecedented
01

πρωτοφανής, απροηγούμενος

never having existed or happened before
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unprecedented
συγκριτικός βαθμός
more unprecedented
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The new government policy brought about unprecedented changes in healthcare accessibility.
Η νέα κυβερνητική πολιτική έφερε πρωτοφανείς αλλαγές στην προσβασιμότητα της υγειονομικής περίθαλψης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store