Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unprecedented
01
πρωτοφανής, απροηγούμενος
never having existed or happened before
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unprecedented
συγκριτικός βαθμός
more unprecedented
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The new government policy brought about unprecedented changes in healthcare accessibility.
Η νέα κυβερνητική πολιτική έφερε πρωτοφανείς αλλαγές στην προσβασιμότητα της υγειονομικής περίθαλψης.
Λεξικό Δέντρο
unprecedented
precedented



























