unprecedented
un
ʌn
an
pre
ˈprɛ
pre
ce
si
den
dən
dēn
ted
tɪd
tid

Ορισμός και σημασία του "unprecedented"στα αγγλικά

unprecedented
01

πρωτοφανής, απροηγούμενος

never having existed or happened before 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unprecedented
συγκριτικός βαθμός
more unprecedented
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The pandemic caused an unprecedented disruption to global travel and commerce. 

Η πανδημία προκάλεσε μια πρωτοφανή διακοπή στις παγκόσμιες μετακινήσεις και το εμπόριο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store