Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unplugged
01
ακουστικός, απλοποιημένος
presented in a more low-key, stripped-down, or intimate setting than usual, often referring to performances
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unplugged
συγκριτικός βαθμός
more unplugged
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The band did an unplugged version of their hit song.
Το συγκρότημα έκανε μια ακουστική εκδοχή του επιτυχημένου τραγουδιού τους.
Λεξικό Δέντρο
unplugged
plugged
plug



























