Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pointless
Παραδείγματα
The argument was pointless as neither party was willing to compromise.
Η συζήτηση ήταν άσκοπη καθώς καμία από τις πλευρές δεν ήταν διατεθειμένη να συμβιβαστεί.
02
αμβλύς, χωρίς αιχμή
lacking a sharp tip or point, or having a rounded or blunt end
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most pointless
συγκριτικός βαθμός
more pointless
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
shape, functionality, objects
Παραδείγματα
The sword was rendered useless due to its pointless blade.
Το σπαθί έγινε άχρηστο λόγω της αμβλείας λεπίδας του.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
pointlessly
pointlessness
pointless
point



























