pointless
point
ˈpɔɪnt
poynt
less
ləs
lēs

Ορισμός και σημασία του "pointless"στα αγγλικά

01

άσκοπος, άσκοπος

lacking any purpose or goal 
pointless definition and meaning
Παραδείγματα
The argument was pointless as neither party was willing to compromise. 

Η συζήτηση ήταν άσκοπη καθώς καμία από τις πλευρές δεν ήταν διατεθειμένη να συμβιβαστεί.

02

αμβλύς, χωρίς αιχμή

lacking a sharp tip or point, or having a rounded or blunt end 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most pointless
συγκριτικός βαθμός
more pointless
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The sword was rendered useless due to its pointless blade. 

Το σπαθί έγινε άχρηστο λόγω της αμβλείας λεπίδας του.

03

χωρίς πόντους, που δεν σκοράρει πόντους

not scoring any points in a game or competition 
Παραδείγματα
The team remains pointless after their fifth consecutive loss. 

Η ομάδα παραμένει χωρίς βαθμούς μετά την πέμπτη συνεχόμενη ήττα της.

Λεξικό Δέντρο

pointlessly
pointlessness
pointless
point
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store