Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unneeded
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unneeded
συγκριτικός βαθμός
more unneeded
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
necessity, utility, efficiency
Παραδείγματα
The project team decided to discard the unneeded paperwork to streamline their workflow.
Η ομάδα του έργου αποφάσισε να απορρίψει τα αχρείαστα έγγραφα για να απλοποιήσει τη ροή εργασίας.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
unneeded
needed



























