unnamed
un
ˌʌn
an
named
ˈneɪmd
neimd
untamed

Ορισμός και σημασία του "unnamed"στα αγγλικά

01

ανώνυμος, χωρίς όνομα

lacking a known or specified name or source 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unnamed
συγκριτικός βαθμός
more unnamed
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
identification, authorship, anonymity
Παραδείγματα
The unnamed author of the letter left recipients puzzled about its origin. 

Ο ανώνυμος συγγραφέας της επιστολής άφησε τους παραλήπτες σε σύγχυση σχετικά με την προέλευσή της.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

unnamed
named
name
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store