Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unnamed
01
ανώνυμος, χωρίς όνομα
lacking a known or specified name or source
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unnamed
συγκριτικός βαθμός
more unnamed
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
identification, authorship, anonymity
Παραδείγματα
The unnamed author of the letter left recipients puzzled about its origin.
Ο ανώνυμος συγγραφέας της επιστολής άφησε τους παραλήπτες σε σύγχυση σχετικά με την προέλευσή της.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
unnamed
named
name



























