Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unnecessary
01
αναγκαίος, περιττός
not needed at all or more than what is required
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unnecessary
συγκριτικός βαθμός
more unnecessary
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His comments during the meeting were unnecessary and only served to prolong the discussion.
Τα σχόλιά του κατά τη διάρκεια της συνάντησης ήταν αχρείαστα και μόνο παρατείναν τη συζήτηση.
Λεξικό Δέντρο
unnecessary
necessary
necessar



























