Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unnecessary
01
αναγκαίος, περιττός
not needed at all or more than what is required
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unnecessary
συγκριτικός βαθμός
more unnecessary
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Using overly complicated language in the presentation was unnecessary; the audience would have understood simpler terms.
Η χρήση υπερβολικά περίπλοκης γλώσσας στην παρουσίαση ήταν αναγκαία; το κοινό θα καταλάβαινε απλούστερους όρους.
Λεξικό Δέντρο
unnecessary
necessary
necessar



























