inessential
in
ˌɪn
ιν
e
ɪ
ι
ssen
ˈsɛn
σεν
tial
ʃəl
σαλ
penitentialreverentialinferentialexponential

Ορισμός και σημασία του "inessential"στα αγγλικά

01

μη ουσιαστικό, περιττό

anything that is not essential 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
inessentials
inessential
01

μη ουσιαστικός, περιττός

not required for the basic functioning or core purpose 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most inessential
συγκριτικός βαθμός
more inessential
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
necessity, function, evaluation
02

μη ουσιαστικός, περιττός

not critical to the main purpose or function 
Παραδείγματα
The decorations were deemed inessential for the meeting and were removed. 

Οι διακοσμήσεις θεωρήθηκαν μη απαραίτητες για τη συνάντηση και αφαιρέθηκαν.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

inessential
essential
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store