inessential
in
ɪn
ιν
e
ɪ
ι
ssen
ˈsɛn
σεν
tial
ʃəl
σαλ
British pronunciation
/ɪnɪsˈɛnʃə‍l/

Ορισμός και σημασία του "inessential"στα αγγλικά

01

μη ουσιαστικό, περιττό

anything that is not essential
inessential
01

μη ουσιαστικός, περιττός

not required for the basic functioning or core purpose
02

μη ουσιαστικός, περιττός

not critical to the main purpose or function
example
Παραδείγματα
He decided to cut the inessential activities from his schedule to focus on his priorities.
Αποφάσισε να κόψει τις μη ουσιαστικές δραστηριότητες από το πρόγραμμά του για να επικεντρωθεί στις προτεραιότητές του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store