inert
i
ɪ
i
nert
ˈnɜ:t
nēt
invertineptinsertibert

Ορισμός και σημασία του "inert"στα αγγλικά

01

αδρανής, ακίνητος

not moving or active 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most inert
συγκριτικός βαθμός
more inert
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The inert rock lay undisturbed at the bottom of the river. 

Ο αδρανής βράχος κείτονταν ανενόχλητος στον πυθμένα του ποταμού.

02

αδρανής, μη αντιδραστικός

not participating in chemical reactions under normal conditions 
Παραδείγματα
Helium is an inert gas. 

Το ήλιο είναι ένα αδρανές αέριο.

03

αδρανής, απαθής

lacking power or enthusiasm, resulting in slow movement or response 
Παραδείγματα
The lazy afternoon made the town feel inert, as if time itself had slowed down. 

Ο τεμπέλικος απόγευμα έκανε την πόλη να αισθάνεται αδρανής, σαν να είχε επιβραδυνθεί ο ίδιος ο χρόνος.

Λεξικό Δέντρο

inertial
inertness
inert
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store