Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inert
Παραδείγματα
The inert body of the bear lay motionless in its den during hibernation.
Το ακίνητο σώμα της αρκούδας κείτονταν ακίνητο στη φωλιά του κατά τη διάρκεια της χειμερίας νάρκης.
02
αδρανής, μη αντιδραστικός
not participating in chemical reactions under normal conditions
Παραδείγματα
Chemists prefer inert solvents for certain reactions.
Οι χημικοί προτιμούν αδρανή διαλύτες για ορισμένες αντιδράσεις.
03
αδρανής, απαθής
lacking power or enthusiasm, resulting in slow movement or response
Παραδείγματα
The office atmosphere turned inert as the afternoon dragged on, making productivity plummet.
Η ατμόσφαιρα του γραφείου έγινε αδρανής καθώς το απόγευμα τραβούσε, κάνοντας την παραγωγικότητα να πέσει.
Λεξικό Δέντρο
inertial
inertness
inert



























