needless
need
ˈni:d
nid
less
lɪs
lis
needinessnewslessneckless

Ορισμός και σημασία του "needless"στα αγγλικά

01

περιττός, άσκοπος

not required or essential 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most needless
συγκριτικός βαθμός
more needless
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
necessity, evaluation, action
Παραδείγματα
The lengthy explanation was needless, as everyone already understood the point. 

Η μακρά εξήγηση ήταν περιττή, αφού όλοι είχαν ήδη καταλάβει το νόημα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

needlessly
needless
need
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store