inestimable
in
ˈɪn
in
es
ɛs
es
ti
tɪ
ti
ma
mə
mē
ble
bəl
bēl

Ορισμός και σημασία του "inestimable"στα αγγλικά

inestimable
01

ανεκτίμητος

too great to be measured or calculated 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most inestimable
συγκριτικός βαθμός
more inestimable
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
value, measurement, quality

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

inestimable
estimable
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store