Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unnoticeable
01
απαρατήρητος, δυσδιάκριτος
not easily seen, observed, or perceived due to a lack of prominence
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unnoticeable
συγκριτικός βαθμός
more unnoticeable
διαβαθμίσιμο
02
απαρατήρητος, δυσδιάκριτος
not easily seen or detected
Παραδείγματα
The changes to the software were so unnoticeable that users continued without realizing it.
Οι αλλαγές στο λογισμικό ήταν τόσο απαρατήρητες που οι χρήστες συνέχισαν χωρίς να το συνειδητοποιήσουν.
Λεξικό Δέντρο
unnoticeable
noticeable
notice



























