unnoticeable
un
ʌn
an
no
ˈnəʊ
new
ti
ti
cea
ble
bəl
bēl

Ορισμός και σημασία του "unnoticeable"στα αγγλικά

unnoticeable
01

απαρατήρητος, δυσδιάκριτος

not easily seen, observed, or perceived due to a lack of prominence 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unnoticeable
συγκριτικός βαθμός
more unnoticeable
διαβαθμίσιμο
02

απαρατήρητος, δυσδιάκριτος

not easily seen or detected 
Παραδείγματα
The changes to the website were so unnoticeable that users didn’t realize it had been updated. 

Οι αλλαγές στον ιστότοπο ήταν τόσο αόρατες που οι χρήστες δεν συνειδητοποίησαν ότι είχε ενημερωθεί.

Λεξικό Δέντρο

unnoticeable
noticeable
notice
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store