unneeded
unneeded
ʌnni:dɪd
annidid
unseededunnervedunheeded

Ορισμός και σημασία του "unneeded"στα αγγλικά

01

αχρείαστος, περιττός

not required or useful 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unneeded
συγκριτικός βαθμός
more unneeded
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The project team decided to discard the unneeded paperwork to streamline their workflow. 

Η ομάδα του έργου αποφάσισε να απορρίψει τα αχρείαστα έγγραφα για να απλοποιήσει τη ροή εργασίας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store