Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unlikely
01
απίθανος, δυσκολοπίστευτος
having a low chance of happening or being true
Παραδείγματα
Being struck by lightning is unlikely, statistically speaking, but it's still important to take precautions during a thunderstorm.
Το να χτυπηθεί κανείς από κεραυνό είναι απίθανο, στατιστικά μιλώντας, αλλά είναι ακόμα σημαντικό να λαμβάνονται προφυλάξεις κατά τη διάρκεια μιας καταιγίδας.
02
απίθανος, απίστευτος
difficult to consider as plausible or believable
Παραδείγματα
Her story seemed unlikely, but she insisted it was true.
Η ιστορία της φαινόταν απίθανη, αλλά επέμενε ότι ήταν αληθινή.
Λεξικό Δέντρο
unlikely
likely
like



























