Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to unite
01
ενώνω, συνενώνω
to come together and form a single entity
Intransitive
Παραδείγματα
The rivers unite at the confluence to form a larger waterway.
Οι ποταμοί ενώνονται στη συμβολή για να σχηματίσουν ένα μεγαλύτερο υδάτινο δρόμο.
02
ενώνω, συγκεντρώνομαι
to come together for a common purpose or action or ideology or in a shared situation
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
unite
γ΄ ενικό πρόσωπο
unites
ενεστώτα μετοχή
uniting
απλός αόριστος
united
παθητική μετοχή
united
Παραδείγματα
The community united to clean up the park after the storm.
Η κοινότητα ενώθηκε για να καθαρίσει το πάρκο μετά τη θύελλα.
03
ενώνω, συγκεντρώνω
to bring people or things together to contribute to a common goal
Transitive: to unite sb
Παραδείγματα
The mayor united the city council and community leaders to address the pressing issues facing the city.
Ο δήμαρχος ένωσε το δημοτικό συμβούλιο και τους ηγέτες της κοινότητας για να αντιμετωπίσει τα πιεστικά ζητήματα που αντιμετωπίζει η πόλη.
04
ενώνω, συνδυάζω
to combine or possess various qualities, elements, or aspects together
Ditransitive: to unite a quality or element with another
Παραδείγματα
His leadership style unites compassion with decisiveness, making him an effective leader.
Το στυλ ηγεσίας του ενώνει τη συμπόνια με την αποφασιστικότητα, κάνοντάς τον έναν αποτελεσματικό ηγέτη.
05
ενώνω, συνδυάζω
to combine or blend together to form a cohesive whole
Intransitive
Παραδείγματα
The diverse cultures in the city unite to create a rich tapestry of traditions.
Οι ποικίλες κουλτούρες της πόλης ενώνονται για να δημιουργήσουν ένα πλούσιο ταπίστι παραδόσεων.
Λεξικό Δέντρο
disunite
reunite
unify
unite



























