united
Pronunciation
/juˈnaɪtɪd/

Ορισμός και σημασία του "united"στα αγγλικά

01

ενωμένος, ενωμένοι

(of groups or people) acting together and in agreement
united definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most united
συγκριτικός βαθμός
more united
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The school's faculty and staff were united in their dedication to providing quality education for every student.
Το διδακτικό προσωπικό και το προσωπικό του σχολείου ήταν ενωμένοι στη δέσμευσή τους για την παροχή ποιοτικής εκπαίδευσης σε κάθε μαθητή.
02

ενωμένος, ενωμένοι

of or relating to two people who are married to each other
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store