Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
united
01
ενωμένος, ενωμένοι
(of groups or people) acting together and in agreement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most united
συγκριτικός βαθμός
more united
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The team remained united in their pursuit of the championship, supporting each other through every game.
Η ομάδα παρέμεινε ενωμένη στην προσπάθειά της για το πρωτάθλημα, υποστηρίζοντας ο ένας τον άλλον σε κάθε παιχνίδι.
02
ενωμένος, ενωμένοι
of or relating to two people who are married to each other
Λεξικό Δέντρο
disunited
unitedly
united
unite



























