Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unhappy
01
δυσαρεστημένος, λυπημένος
experiencing a lack of joy or positive emotions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
unhappiest
συγκριτικός βαθμός
unhappier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He felt unhappy in his job despite the high salary.
Αισθανόταν δυστυχισμένος στη δουλειά του παρά το υψηλό μισθό.
02
δυστυχισμένος, άτυχος
affected by misfortune or ill fate, often believed to result from unlucky circumstances
Παραδείγματα
The sailor believed he was an unhappy soul, cursed with endless storms.
Ο ναυτικός πίστευε ότι ήταν μια δυστυχισμένη ψυχή, καταραμένη με ατελείωτες καταιγίδες.
03
ακατάλληλος, δυστυχής
not fitting or appropriate for a particular situation
Παραδείγματα
The proposal was considered an unhappy solution to the problem, as it failed to address key issues.
Η πρόταση θεωρήθηκε μια δυστυχής λύση στο πρόβλημα, καθώς απέτυχε να αντιμετωπίσει τα κύρια ζητήματα.
Λεξικό Δέντρο
unhappy
happy



























