unlucky
un
ʌn
an
lu
ˈlʌ
la
cky
ki
ki
stukkieflukylucky

Ορισμός και σημασία του "unlucky"στα αγγλικά

01

άτυχος, δυστυχής

having or bringing bad luck 
unlucky definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
unluckiest
συγκριτικός βαθμός
unluckier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He was unlucky to fall sick just before his vacation. 

Ήταν άτυχος που αρρώστησε λίγο πριν από τις διακοπές του.

02

άτυχος, δυστυχής

marked by or promising bad fortune 

Λεξικό Δέντρο

unlucky
lucky
luck
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store