Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unlucky
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
unluckiest
συγκριτικός βαθμός
unluckier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
They were unlucky to arrive just as the concert ended.
Ήταν άτυχοι που έφτασαν ακριβώς όταν τελείωσε η συναυλία.
02
άτυχος, δυστυχής
marked by or promising bad fortune



























