Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to unmask
01
ξεσκεπάζω, βγάζω τη μάσκα
to remove a mask, revealing one's true identity or nature
Intransitive
Παραδείγματα
In the final act of the play, the protagonist decided to unmask and reveal themselves to the audience.
Στην τελική πράξη του έργου, ο πρωταγωνιστής αποφάσισε να αποκαλυφθεί και να αποκαλύψει τον εαυτό του στο κοινό.
02
ξεσκεπάζω, αποκαλύπτω
to reveal the true identity, nature, or intentions of someone or something
Transitive: to unmask a truth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
unmask
γ΄ ενικό πρόσωπο
unmasks
ενεστώτα μετοχή
unmasking
απλός αόριστος
unmasked
παθητική μετοχή
unmasked
Παραδείγματα
The detective worked tirelessly to unmask the real culprit behind the series of thefts.
Ο ντετέκτιβ εργάστηκε ακούραστα για να ξεσκεπάσει τον πραγματικό ένοχο πίσω από τη σειρά κλοπών.
Λεξικό Δέντρο
unmask
mask



























