Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unmechanized
01
μη μηχανοκίνητος, μη μηχανοποιημένος
not mechanized
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unmechanized
συγκριτικός βαθμός
more unmechanized
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
unmechanized
mechanized
mechanize
mechan



























