Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
uncommon
01
ασυνήθιστος, σπάνιος
not happening or found often
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most uncommon
συγκριτικός βαθμός
more uncommon
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Seeing a shooting star in the city is uncommon due to light pollution.
Το να δεις ένα διάττοντα αστέρι στην πόλη είναι ασυνήθιστο λόγω της φωτορύπανσης.
02
εξαιρετικός, ασυνήθιστος
exceptionally great or intense, beyond what is typical or expected
Παραδείγματα
The storm caused an uncommon amount of damage to the buildings.
Η καταιγίδα προκάλεσε ασυνήθιστη ποσότητα ζημιών στα κτίρια.
Λεξικό Δέντρο
uncommon
common



























