Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to uncoil
01
ξετυλίγω, ξεμπλέκω
to unwind, release, or straighten something that has been wound into a spiral or twisted shape
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
uncoil
γ΄ ενικό πρόσωπο
uncoils
ενεστώτα μετοχή
uncoiling
απλός αόριστος
uncoiled
παθητική μετοχή
uncoiled
Παραδείγματα
The fisherman carefully uncoiled the fishing line, checking for any knots or tangles.
Ο ψαράς ξετύλιξε προσεκτικά τη χαράμι, ελέγχοντας για κόμπους ή εμπλοκές.
Λεξικό Δέντρο
uncoil
coil



























