to uncoil
un
ʌn
an
coil
ˈkɔɪl
koyl
uncool

Ορισμός και σημασία του "uncoil"στα αγγλικά

to uncoil
01

ξετυλίγω, ξεμπλέκω

to unwind, release, or straighten something that has been wound into a spiral or twisted shape 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
uncoil
γ΄ ενικό πρόσωπο
uncoils
ενεστώτα μετοχή
uncoiling
απλός αόριστος
uncoiled
παθητική μετοχή
uncoiled
Παραδείγματα
Yesterday, the sailor deftly uncoiled the rope to secure the boat to the dock. 

Χθες, ο ναυτικός έξυπνα ξέτυξε το σχοινί για να ασφαλίσει τη βάρκα στη προβλήτα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

uncoil
coil
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store