Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to unclothe
01
γδύνω, ξεντύνω
to take off one's clothes
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
unclothe
γ΄ ενικό πρόσωπο
unclothes
ενεστώτα μετοχή
unclothing
απλός αόριστος
unclothed
παθητική μετοχή
unclothed
Παραδείγματα
The doctor asked the patient to unclothe before the examination.
Ο γιατρός ζήτησε από τον ασθενή να γδυθεί πριν από την εξέταση.
02
γδύνω, αποκαλύπτω
to remove covers or clothing
Transitive: to unclothe information or facts
Παραδείγματα
The documentary unclothed the harsh realities of climate change, urging viewers to take action to protect the planet.
Το ντοκιμαντέρ αποκάλυψε τις σκληρές πραγματικότητες της κλιματικής αλλαγής, προτρέποντας τους θεατές να λάβουν δράση για την προστασία του πλανήτη.
03
γδύνω, ξεντύνω
to remove someone's clothing
Transitive: to unclothe sb
Παραδείγματα
She unclothed her baby before giving him a bath.
Ξεντύθηκε το μωρό της πριν του κάνει μπάνιο.
Λεξικό Δέντρο
unclothe
clothe



























