Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to slosh
01
πλατσουρίζω, χύνομαι
(of a liquid) to move around or spill in irregular motions
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
slosh
γ΄ ενικό πρόσωπο
sloshes
ενεστώτα μετοχή
sloshing
απλός αόριστος
sloshed
παθητική μετοχή
sloshed
Παραδείγματα
The water sloshed out of the bucket as he hurriedly carried it across the room.
Το νερό ξεχύθηκε από τον κουβά καθώς το μετέφερε βιαστικά κατά μήκος του δωματίου.
02
πλατσουρίζω, πετάω νερά
to walk or move through liquid, making a splashing sound
Intransitive
Παραδείγματα
He sloshed through the puddles on his way home.
Αυτός βούτηξε μέσα από τις λακκούβες στο δρόμο του γυρισμού.
03
χύνω αδέξια, ξεχύνομαι
to spill or pour liquid in a messy, careless way
Transitive: to slosh a liquid
Παραδείγματα
He sloshed coffee onto the table while trying to pour it.
Έχυσε καφέ στο τραπέζι ενώ προσπαθούσε να τον σερβίρει.
Λεξικό Δέντρο
sloshed
slosh



























