sloshed
sloshed
slɑ:ʃt
σλαστ
/slˈɒʃt/

Ορισμός και σημασία του "sloshed"στα αγγλικά

01

μεθυσμένος, μπουρμενού

drunk from consuming a significant amount of alcohol
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sloshed
συγκριτικός βαθμός
more sloshed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
By the end of the night, they were all a bit sloshed but in high spirits.
Στο τέλος της νύχτας, όλοι ήταν λίγο μεθυσμένοι αλλά σε καλή διάθεση.

Λεξικό Δέντρο

sloshed
slosh
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store